Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

be armed


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο armed παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: be
Σε αυτή τη σελίδα: armed, arm

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
armed adj (carrying weapons) (που οπλοφορεί)ένοπλος επίθ
  οπλισμένος μτχ πρκ
 An armed man came into the shop and demanded money.
 Ένας ένοπλος (or: οπλισμένος) άνδρας μπήκε στο κατάστημα και απαίτησε τα χρήματα.
armed adj (using weapons) (ο οποίος χρησιμοποιεί όπλα)ένοπλος επίθ
  οπλισμένος μτχ πρκ
 The organization is engaged in armed struggle against the occupying forces.
armed adj figurative (equipped with [sth])εξοπλισμένος, εφοδιασμένος μτχ πρκ
 I came armed to ask difficult questions of the committee.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
arm n (upper limb) (άνω άκρο)χέρι ουσ ουδ
  (καθομ: πάνω από αγκώνα)μπράτσο ουσ ουδ
  (επίσημο)βραχίονας ουσ αρσ
 He hurt his arm playing tennis.
 Χτύπησε το χέρι του παίζοντας τένις.
arm n figurative (branch of an organisation) (κλάδος οργάνωσης)τμήμα ουσ ουδ
 The educational arm of the company produced record profits.
 Το εκπαιδευτικό τμήμα της εταιρίας παρουσίασε ρεκόρ κερδών.
arm n usually plural (weapon)όπλο ουσ ουδ
 Leave all your arms outside the castle.
 Αφήστε όλα τα όπλα σας έξω από το κάστρο.
arm n (chair part: arm rest)μπράτσο ουσ ουδ
 The arms on this chair are really comfortable.
 Τα μπράτσα αυτής της καρέκλας είναι πραγματικά άνετα.
arm n (garment: sleeve)μανίκι ουσ ουδ
 The arm of the shirt was too long.
 Το μανίκι του πουκαμίσου ήταν πολύ μακρύ.
arm [sb] vtr (equip with weapons) (κάποιον)οπλίζω ρ μ
 The school's board of trustees has approved a plan to arm police officers on campus.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
arm n (machine: arm like lever)λεβιές ουσ αρσ
  (επίσημο)βραχίονας ουσ αρσ
 He pulled the arm of the slot machine.
arm n figurative (military: branch)σώμα ουσ ουδ
 The rangers are an elite arm of the military.
arm n figurative (power) (μεταφορικά)χέρι ουσ ουδ
 This bill proposes to extend the arm of the law governing free speech to criminalise all criticism of the government.
arm [sb] vtr (prepare for war)οπλίζω ρ μ
 We aren't sure who is arming the rebel group.
arm [sb] with [sth] vtr (equip with weapons) (κάποιον με κάτι)οπλίζω ρ μ
 The suspect was armed with several firearms.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
armed | arm
ΑγγλικάΕλληνικά
be armed to the teeth v expr figurative (have many weapons)είμαι οπλισμένος σαν αστακός εκφρ
  (όχι άτομο)είμαι πάνοπλος έκφρ
  είμαι πλήρως εξοπλισμένος έκφρ
 Switzerland is a neutral nation, but is also armed to the teeth to preserve its neutrality.
be armed to the teeth with [sth] v expr figurative (be equipped with [sth])είμαι καλά εξοπλισμένος με κτ έκφρ
  είμαι πλήρως εξοπλισμένος με κτ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση be armed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «be armed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!